ανέμισμα

ανέμισμα
το , ανέμισμός ο
1) размахивание (флагом и т. п.); 2) веяние (зерна); 3) проветривание, вентиляция

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "ανέμισμα" в других словарях:

  • ανέμισμα — το ατoς 1. το αέρισμα, το κυμάτισμα: Η μάχη συνεχιζόταν, αλλά και το ανέμισμα της σημαίας στο κοντάρι του φρουρίου. 2. το λίχνισμα: Είχαν αρχίσει στα αλώνια το ανέμισμα του σταριού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανέμισμα — το [ανεμίζω] 1. το λίχνισμα 2. η κίνηση της ανέμης …   Dictionary of Greek

  • ανέμωσις — ἀνέμωσις, η (Μ) ανέμισμα, άπλωμα στον αέρα …   Dictionary of Greek

  • ανεμιστής, ο — ανεμιστής, o, θηλ. ίστρια ο εργάτης ή η εργάτρια που κάνει στο αλώνι τo ανέμισμα του σταριού, κριθαριού κτλ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»